ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΣ

Την καλημέρα μου, φίλοι μου καλοί. Να ξέρατε πόσοι και πόσες πρέπει να σας ευχαριστούν για την παρουσία σας στο φβ; Για την κουβέντα έστω την απρόσωπη που μπορούν να κάνουν μαζί σας; Για τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και τις αγωνίες που μπορούν να καταθέτουν τη στιγμή ακριβώς που το έχουν ανάγκη; Δεν μιλάω για τους δήθεν ούτε για τους να `χαμε να λέγαμε. Μιλάω για τους ανθρώπους της μοναξιάς που δεν ήταν επιλογή τους, αλλά έγινε τρόπος ζωής. Της μοναξιάς που έγινε συνήθεια πικρή και μοναδική λόγω στιγματισμού.

Σ’ αυτούς τους ανθρώπους θέλω να αφιερώσω αυτά που θα γράψω σήμερα και σε όλους εσάς που ηθελημένα ή άθελα είστε δίπλα τους. Υπάρχουν άνθρωποι πολλοί, δικά μας παιδιά, παιδιά της διπλανής πόρτας, αγόρια και κορίτσια, που είτε από επιλογή είτε από τη δική μας άγνοια βιώνουν την μοναξιά και την απαξίωση. Ο κοινωνικός φόβος, η κοινωνική κατακραυγή, η ανάγκη μιας καταρρέουσας κοινωνίας να αυτοπροσδιοριστεί ως καλή βάζοντας απέναντί της τους παραβάτες της ζωής, μιας κοινωνίας που δεν αντιλαμβάνεται ότι στο πρόσωπο όλων αυτών καθρεφτίζεται το πρόσωπό της. Να ξέρατε πόσο εύκολα κάποιος μπορεί να γίνει συμμέτοχος στην ηθική αυτουργία ενός κοινωνικού ρατσισμού που στιγματίζει το άτομο και το περιθωριοποιεί για πάντα…. Να ξέρατε πόσο κακό είναι να μην αφουγκραζόμαστε την ανάγκη του άλλου, να μην θέλουμε να ακούσουμε και να δούμε πίσω απ’ αυτά που λέει και που κάνει . Κανένας δεν γεννήθηκε παραβάτης, κανένας δεν γεννήθηκε χρήστης ουσιών, κανένας, όμως… όλοι με κάποιον τρόπο και για κάποιο λόγο οδηγήθηκαν εκεί.

Υπάρχει από πίσω ένα ολόκληρο παρασκήνιο, ένας ολόκληρος κόσμος. Ο καθένας έχει μια ιστορία. Ο καθένας σέρνει το δικό του βάρος…μαζί κι όλοι εμείς που όμως δεν έχουμε καταλάβει ότι όταν καίγεται το σπίτι του διπλανού θα καεί και το δικό μας. Φανταστείτε λοιπόν έναν άνθρωπο που επέλεξε κάποια κακή στιγμή στη ζωή του τον λάθος τρόπο. Ξέφυγε από τον ίδιο του τον εαυτό, αποδέχτηκε την ιδιαιτερότητα του φύλου του, αποδέχτηκε ότι είναι καλύτερα έτσι. Να μην τον ενδιαφέρει η άποψη των γύρω του, του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, των γειτόνων, της κοινωνίας. Η κατάληξή του αφορά πρωτίστως στην ψυχολογική κακοποίηση που δέχονταν επί σειρά ετών είτε με την αδιαφορία, είτε με την κατακραυγή, είτε με τον αυταρχισμό, είτε λόγω έλλειψης νοιαξίματος κι αντικατάστασης της αγάπης με υλικά αγαθά καθωσπρεπισμού κι απανθρωπιάς. Το ετοιμόρροπο σπίτι βρήκε τον τρόπο να γκρεμιστεί εύκολα και γρήγορα και γκρεμίστηκε και τότε φάνηκε ότι δεν είχε ούτε καν θεμέλια. Ήταν φυσικό κι επόμενο να γκρεμιστεί. Ένα ανθρώπινο ράκος που κάποια στιγμή αηδίασε και κουράστηκε να ζει στα σκοτάδια κάτω από τις γέφυρες και μέσα στα λασπόνερα. Πήρε το θάρρος και ζήτησε βοήθεια και προσπάθησε και αγωνίστηκε και έκλαψε πικρά για τη χαμένη του ζωή, για τα χαμένα του όνειρα και στάθηκε στα πόδια του ξανά. Γύρεψε την αποδοχή απ’ όλους αυτούς που του γύριζαν την πλάτη χρόνια τώρα… Από κάποιους την έλαβε, κάποιοι άλλοι ήταν επιφυλακτικοί και κάποιοι τελείως ξένοι κι απόμακροι σ’ όλο αυτό. Προσπαθούσε να τους αλλάξει γνώμη, έλεγε σε όλους και σε όλα ναι, αρκεί να τον αποδεχτούν, αρκεί να τον επιβραβεύσουν, αρκεί…

Κάποιες φορές τα κατάφερε, αλλά με βαρύ τίμημα ψυχής. Το στίγμα παρέμενε στίγμα. Ξέθωρο μεν, αλλά υπήρχε βαθιά χαραγμένο στο νου της κοινωνίας. Ζούσε εκ νέου μια ανάπηρη ζωή. Ίσα που εξυπηρετούσε τις δικές του ανάγκες. Δούλευε κι αισθανόταν τουλάχιστον σ’ αυτό το επίπεδο μέρος του κοινωνικού συνόλου. Η μοναξιά του στίγματος όμως έκανε τη βόλτα της και στο εργασιακό περιβάλλον. Πάντα υπάρχουν καλοθελητές. Πάντα υπάρχουν κακοπροαίρετοι γύρω μας. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι μοχθηροί και κακοί που άλλο δεν έχουν παρά μόνο να ασχολούνται με το κακό των άλλων. Έτσι πορεύονται στη μάταιη ζωή τους. Έτσι έρχονται κι έτσι φεύγουν δίχως να αφήσουν ίχνος ανθρωπιάς πίσω τους, παίρνουν μαζί τους 2 μέτρα γης κι αυτά για τρία χρόνια μόνο… μετά χάνονται.

Μα πολλές φορές η ζωή τα φέρνει όλα τούμπα, σαν να μας δοκιμάζει κι οι προστάτες μας στο εργασιακό περιβάλλον, αυτοί που δέχονται τον άνθρωπο όπως είναι εκτιμώντας μόνο τη δουλειά του και σεβόμενοι την ιστορία του κι το όποιο ψυχολογικό και βιολογικό πρόβλημα σέρνει από την προηγούμενη ζωή του, αποχωρούν…. Κι έρχονται οι επόμενοι, αυτοί που έχουν ανοικτές πόρτες σε όλους τους μοχθηρούς που τις κλείνουν βιαστικά πίσω τους ξερνώντας κακία. Και τότε τελειώνουν όλα για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει έλεος. Υπάρχει μόνο το καλό της επιχείρησης. Υγιείς άνθρωποι, καθαρό εργασιακό περιβάλλον, οι στιγματισμένοι δεν έχουν θέση σ’ αυτό, δεν είχαν και δεν θα έχουν ποτέ.

Και τότε ο στιγματισμένος που προσπάθησε, που αγωνίστηκε, που εκλιπάρησε για μια θέση στην κοινωνία την αγγελικά πλασμένη, βρίσκει διέξοδο, αποφασίζει να πετάξει ψηλά στον ουρανό, να πάει κάπου που θα τον αποδεχτούν γι’ αυτό που είναι όπως είναι. Σ’ έναν κόσμο ήρεμο, πολύχρωμο, μακριά από τη μιζέρια, τον καθωσπρεπισμό και τα δήθεν αυτού του κόσμου. Μια απόφαση απόλυτης μοναξιάς, μια τιμωρία για μας….
Μεγάλη μου τιμή που σε γνώρισα….Καλό ταξίδι, φίλε μου…..