“ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΑΝΑΓΚΗ ΕΣΥ”

Καλησπέρα. Καλό μήνα, καλό καλοκαίρι και καλά κρασιά. Ειδικά τα καλά κρασιά θα μας χρειαστούν οπωσδήποτε. Τώρα βέβαια θα μπορούσα να ευχηθώ και καλές μπύρες που είναι και φθηνότερες, αλλά δεν μου ταίριαζε. Τέλος πάντων, ας ευχηθώ και καλά ποτά για να τα συμπεριλάβω όλα και να μη μείνει κανένας παραπονεμένος.

Για μένα η μέρα κι ο μήνας ξεκίνησαν δύσκολα, ευελπιστώ να μη συνεχίσουν έτσι γιατί δεν θα τ’ αντέξω, το ομολογώ…. Τα κοσμητικά και δεικτικά επίθετα, “δυνατή”, “ακμαία” και οι ωραίες συνοδευτικές λέξεις, “βράχος”, “φάρος”, “κυματοθραύστης” δεν με φωτογραφίζουν πια. Ούτε και στο παρελθόν βέβαια, αλλά τις άντεχα και τις αποδεχόμουν αγόγγυστα δίχως να τις πολυσκεφτώ. Ίσως γιατί κατά βάθος μου άρεσε ή το είχα ανάγκη, για να ορμάω στη μάχη, που συνήθως ήταν αντίξοη και πέραν των δικών μου ανθρωπίνων και κοινωνικών αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων, αν μπορώ να τις ονομάσω έτσι. Πάντως μ’ αυτά και μ’ εκείνα πολέμησα, την πολέμησα τη ζωή και τις συνθήκες και μάλλον θα εξακολουθώ να την παλεύω κι όσο αντέξω. Κι ας παραπονιέμαι.
Διαδικτυακοί μου φίλοι , εκείνο όμως που όταν το ακούω δεν την παλεύω αφορά μια ατάκα. Μια ατάκα που θαρρώ ότι είναι γνώριμη σε πολλούς από σας, όπως σας έχω μετρήσει.

“Τι ανάγκη έχεις εσύ;;;” ή “Δεν έχεις ανάγκη εσύ, έχεις δύναμη, αντέχεις” Δεν θέλω να την ξανακούσω από κανέναν κι ούτε την είπα ποτέ σε κάποιον και ξέρετε γιατί;;; Γιατί αυτή η φράση δεν περιέχει τίποτα καλό για τον αποδέκτη. Συμπεριλαμβάνει μεγάλη δόση κακίας, ζήλιας, μοχθηρίας και πολλές σταγόνες δηλητήριο σε μια κουταλιά μέλι….. Και μη μου πείτε όλοι εσείς ή έστω οι περισσότεροι ότι δεν την έχετε ακούσει, αλλά δεν την έχετε κοστολογήσει, είμαι σίγουρη γι αυτό. Τέλος πάντων, ας μη σας κουράζω άλλο. Μια σκέψη μου ήθελα να καταθέσω, γιατί σήμερα πρωί πρωί μου την είπε κάποια κυρία με ένα χαμόγελο πιο μεγάλο απ το μπόι της. “Είσαι στεναχωρημένη; Τι ανάγκη έχεις εσύ;” Εκείνη την ώρα ένιωσα σαν να μου κάρφωναν 10 μαχαίρια στην πλάτη… “Τι εννοείς ακριβώς;” της είπα… “Τίποτα, τίποτα…. αλλά δεν έχεις ανάγκη εσύ, είσαι βράχος” και μπήκε με φόρα στο BMV τζιπάκι της μαζί με το χαριτωμένο σκύλο της. Έβαλε μπρος και έφυγε αφήνοντάς με παξιμάδι.

Σταυροκοπήθηκα η γυναίκα , αλλά μάλλον έπρεπε να πω και καμιά 10ρια προσευχές και ξόρκια, διότι η συνέχεια ήταν για γέλια και για κλάματα. Ακόμη και τώρα που τα γράφω κλαίω και γελάω. Ξεκινώ να πάω στο χορδά μου για να προλάβω να χαιρετήσω τον φίλο μου για τελευταία φορά, η ψυχολογία μου στα πατώματα, η σκέψη χαοτική και ξαφνικά νιώθω το ένα μου πόδι να φεύγει δεξιά ενώ το άλλο προς τα πίσω και να πέφτω φαρδιά πλατιά σε κάτι γλιστερό. Μου φύγαν τσάντες, γυαλιά, κλειδιά και φυσικά πρεστίζ. Μια κυρία που μάλλον πήγαινε στη λαϊκή με το καρότσι της έσπευσε να με βοηθήσει, ας είναι καλά. Σηκώθηκα κακήν κακώς, η κυρία μάζεψε τα προσωπικά μου αντικείμενα και τα πέταξε στην τσάντα μου. Τα γυαλιά μου υπέστησαν μεγάλη και μη αναστρέψιμη ζημιά. Πάμε γι’ άλλα. Και να ‘ταν μόνο εκεί το κακό καλά θα ήταν. Αλλά δυστυχώς είχα γίνει από πάνω μέχρι κάτω μεσ` στα σ@ατά του σκύλου. Αίσχος. Σιχασιά σκέτη, αφού η κυρία που με βοηθούσε έκανε ένα βήμα πίσω, λέγοντας, “Αυτή που έφυγε με τη μεγάλη κούρσα τα άφησε. Την είδα εγώ. Κάθε μέρα το ίδιο κάνει. Τι φταίει το ζώο; Αυτή δεν τα μαζεύει”

Ευχαρίστησα την κυρία και τρέχοντας γύρισα στο σπίτι. Ο αστράγαλος πονούσε, αλλά ποιος δίνει σημασία όταν βιάζεται και είναι και τσαλακωμένος σε μια γειτονιά που λατρεύει την κριτική; Όχι την κοινωνική, την άλλη. Ουδείς. Βλέπω κάποιον να βγαίνει από την οικοδομή, “Δεν μπορεί” σκέφτομαι, “με βλέπει, με ξέρει, θα κρατήσει λίγο την εξώπορτα” Μάταια σκέψη. Τρέχω να προλάβω, κάνω λάθος υπολογισμό χρόνου και σπάω αυτή τη φορά τα μούτρα μου στη τζαμόπορτα. Την ίδια στιγμή ακούω τον αγενή συγκάτοικο να γελάει μουλωχτά. Τη συνέχεια δεν σας τη λέω. Για πότε έκανα μπάνιο, για πότε βρήκα ρούχα κατάλληλα, χειμωνιάτικα αυτή τη φορά, για πότε ξαναμάζεψα τα κομμάτια μου, χαμπάρι δεν πήρα ούτε εγώ η ίδια. Αφού με θαύμασα και μ’ έφτυσα να μη με ματιάξω. Πήρα το χορδά μου, πάτησα γκάζι και πήγα να αποδώσω ύστατο χαιρετισμό στο φιλαράκι μου και να τον κλάψω με την ησυχία μου. Το πόδι μου με πονάει ακόμη, λίγο κουτσαίνω κι έβγαλα την μπέμπελη από τη ζέστη κι απ’ τα ρούχα που φορούσα, αλλά κατά τα άλλα όλα καλά. Άλλωστε τι ανάγκη έχω εγώ;;; Είμαι σίγουρη ότι το φιλαράκι μου γέλασε πολύ μαζί μου σήμερα….

Για όλους αυτούς τους λόγους και για άλλους πολλούς και σοβαρούς σας συμβουλεύω να προσέχετε πολύ αυτούς που σας λένε με χαμόγελο “δεν έχεις ανάγκη εσύ”… και να προσεύχεστε …